Πυροβασία και Αναστενάρηδες

Από την Κωνσταντία Δούκα

Το έθιμο της πυροβασίας είναι η κορύφωση ενός ετήσιου ιεροτελεστικού κύκλου των Αναστεναρίων. Επιτελείται κυρίως στις 21 Μαΐου, που είναι η εορτή του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης, στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, ενώ οι ρίζες του βρίσκονται βαθιά στην αρχαιότητα όπου μετέπειτα  εκχριστιανίστηκε.

Η νεότερη ιστορική εμφάνιση του εθίμου της Πυροβασίας των Αναστενάρηδων, χρονολογείται από τον 11ο αιώνα στα ΒΑ διαμερίσματα της Ανατολικής Ρωμυλίας, και τα παράλια της Μαύρης Θάλασσας. Από τον 18ο αιώνα και μετά, έχουμε καταγραφές από λόγιους της εποχής όπως ο καθηγητής της Μεγάλης του Γένους Σχολή, Αναστάσιος Χουρμουζιάδης.

Γεωγραφικός πυρήνας του εθίμου είναι τα χωριά Κωστί (Kosti) και Μπροντίβο, χωριά ελληνόφωνων ορθοδόξων πληθυσμών στην Νοτιοανατολική πλευρά της Ανατολικής Ρωμυλίας (που ανήκουν σήμερα στην Βουλγαρία). Εδώ γεννήθηκε ο θρύλος, πως όταν οι Αγαρηνοί πυρπόλησαν την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης, μερικοί χωρικοί, τολμηροί ευσεβείς χριστιανοί, όρμησαν ξυπόλητοι μέσα στη φωτιά και έσωσαν τις εικόνες χωρίς να καούν. Από τότε, οι λαϊκές αφηγήσεις λένε πως η πυροβασία είναι ανάμνηση αυτού του γεγονότος. 

Από το 1913, κατά την διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων μέχρι και την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923 (όπου τα χωριά αυτά πέρασαν στην βουλγαρική κυριαρχία), οι Αναστενάρηδες φύγανε μαζί με τις εικόνες των Αγίων και διασκορπίστηκαν σε πολλές αγροτικές περιοχές της Μακεδονίας, κατά κύριο λόγο. Οι περιοχές της Ελλάδας που τελούν την πυροβασία και τα Αναστενάρια είναι στον Λαγκαδά Θεσσαλονίκης, στην Αγία Ελένη Σερρών, στον Άγιο Ιωάννη Σερρών, στην Κερκίνη Σερρών, στη Μαυρολεύκη Δράμας, και στη Μελίκη Ημαθίας

Η τελετή της Πυροβασίας κατά τη σημερινή εποχή διαρκεί τρεις ημέρες περίπου, ωστόσο, οι Αναστενάρηδες προετοιμάζονται πνευματικά και σωματικά ήδη από τον Οκτώβριο. Την ημέρα του Αγίου Δημητρίου, 26 Οκτωβρίου, οι Αναστενάρηδες μαζεύονται στο κονάκι και αποφασίζουν αν θα τελεστεί στο έτος που έρχεται, το έθιμο.

Εκτός από την εορτή του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης, υπάρχουν και άλλες ημέρες μέσα στο έτος που τελείται Πυροβασία. Μικρότερης ισχύος, αλλά εξίσου σημαντικές ημέρες. Αυτές είναι ανήμερα της γιορτής του Αγίου Αθανασίου και του Αγίου Παντελεήμονα.

Την παραμονή του Αγίου Κωνσταντίνου, μαζεύονται στο “Κονάκι”, που είναι χώρος φύλαξης των ιερών κειμηλίων και εικόνων των Αγίων, “Χάρες” και “Παππούδες” αντίστοιχα, όπως και τα τάματα “αμανέτια”, κόκκινα μαντήλια. Μέσα σε αυτό το χώρο, γίνεται προπαρασκευή με ψαλμούς, άναμμα κεριών και θυμιατών όπου ευλογούνται οι εικόνες, τα τάματα καθώς και οι προσφορές από σπόρους, κριθάρι και οίνο. Υποστηρίζεται από μουσική με κυρίαρχα όργανα το νταούλι και την τρίχορδη θρακιώτικη λύρα, ενώ πιο σπάνια με γκάιντα ή ζουρνά. Η εικόνα των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στολισμένη με αφιερώματα, μαντήλια και κορδέλες, συνήθως βρίσκεται εντός του χώρου όπου ο Αρχιαναστενάρης την παίρνει και δίνει το έναυσμα για “χορό”, σύμφωνα με τον ρυθμό των οργάνων. Η τελετουργία αυτή θα συνεχιστεί όλο το βράδυ.

Την επόμενη μέρα το πρωί, ανήμερα της γιορτής, γίνεται η θυσία του ζώου, συνήθως κριάρι ή ταύρος 3 ή 5 ή 7 χρονών, όπου στολισμένο με κορδέλες και λουλούδια οδηγείται πίσω από το Κονάκι ή την εκκλησία, με μουσική, ευλογείται από τον ιερέα και θυσιάζεται. Το κρέας μοιράζεται στα σπίτια των Αναστενάρηδων. Η πομπή ξαναγυρίζει στο Κονάκι όπου και θα αρχίσει η καύση των ξύλων που έχουν μαζέψει. Καθώς πλέον τα ξύλα μεταβάλλονται σε θράκα, ο Αρχιαναστενάρης δίνει πάλι το έναυσμα να βγουν οι Αναστενάρηδες από το Κονάκι με τους μουσικούς και με πομπή από αναμμένες λαμπάδες που συνήθως κρατούν μικρά παιδιά και ομάδα παλιών Αναστενάρηδων με τους συγγενείς τους. Αφού κάνουν το γύρο του χωραφιού που έχει γίνει η καύση, τρεις φορές, αρχίζουν και ακούγονται τα αναστενάρικα τραγούδια που ανήκουν στον κύκλο των “ακριτικών ασμάτων” όπως “Πα΄ σε πράσινο λιβάδι” και “Ο Κωσταντίνος ο μικρός”, που περιγράφουν τα κατορθώματα ενός ήρωα με το όνομα “Κωνσταντίνος”. 

Τα λόγια του τελευταίου είναι τα εξής: 

Ὁ Κωνσταντίνος ὁ μικρός, ὁ Μικροκωνσταντίνος, Μικρό ντόν εἶχ᾽ ἡ μάννα ντου, μικρό ντ’ ἀρραβωνιάζει, Μικρό ντόν ήρτε μήνυμα στο μπόλεμο να πάει.

Νύχτα σελλώνει τ’ ἄλογο, νύχτα τό καλιγώνει. Βάν’ ἀσημένια πέταλα, μαλαματένιες λόθρες, Πήδηξε, καβαλίκεψε σαν άξιο παλικάρι, Ὥσπου νά πεῖ: «Ἔχετε γειά», σαράντα μίλια πάει.

Κι ἀπάνω στα σαρανταδυό ψιλή φωνή ακούστη: «Ἐσύ διαβαίνεις, Κωνσταντή, κι ἐμένα που μ’ αφήνεις;» «Πρώτα σ’ αφήνω στο Θεό κι ύστερα στους Αγίους,

Κι ύστερα κι όλο ύστερα στη στερινή μου μάνα». «Τί νὰ μὲ κάνει ὁ Θεός; Τί νά μέ κάνουν οἱ Ἅγιοι

Τί νά μέ κάνει ή μάννα σου χωρίς τήν ἀφεντιά σου;», «Μάνα μου, ντή γκαλίτσα μου, μάνα μου, ντή καλή μου,

Γλυκό ντή δίνεις το πρωί, γλυκό ντό μεσημέρι, Καὶ τὸ ἡλιοβασίλεμα να στρώνεις να κοιμάται». Μα κείν᾿ ἡ σκύλα ἡ ἄνομη, ὀβρέσσας θυγατέρα,

Πά στο σκαμνί ντήν έκατσε, κι ἀντρίκια στην κουρεύει. Μιά γκούγκλα ντὴν ἐφόρεσε, ντή δίνει και ντουλιάγκα Ντή δίνει δέκα πρόβατα κι ἐκεῖνα ψωργιασμένα. Ντή δίνει καί τρία σκυλιά κι ἐκεῖνα λυσσασμένα. Ντήν παραγγέλνει στα γερά, γερά ντή συντυχαίνει: «Θα πάεις πάνω στα βουνά τά ἀψηλοκορφάτα,

Πού ‘ναι τα κρύα τα νερά κι ὁ δροσερός ὁ ἴσκιος.

Κι ὁ δέ ντά κάνεις ἑκατό, κι ἄ δέ ντά κάνεις χίλια, Καί τά σκυλιά βδομηνταδυό, στους κάμπους μήν κατέβεις. Σ’ όλους τους πόρους πάνε ντα, σέ ὅλους πότισε ντα, Καί στο Γιορδάνη ποταμό μήν τύχει καί τά πάεις,

Γιατ’ έχει φίδια κι όχεντρες, θά ξέβουν νά σέ φάνε». Παίρνει καί πάει στα βουνά με δάκρυα φορτωμένη. «Έλα Χριστέ και Παναγιά με το Μονογενή σου. Εἰς τό βουνό που βρίσκομαι να φτάσει ἡ εὐχή σου».

Γίνηκαν χίλια πρόβατα, χίλια και πεντακόσια, Καί τά σκυλιά ‘βδομηνταδυό, στους κάμπους ἐκατέβη. Σ’ ὅλους τούς πόρους πῆγε ντα, σέ ὅλους πότισε ντα Καί στο Γιορδάνη ποταμό πῆγε καί στάλισέ ντα

Κι ἐπέρασε κι ὁ Κωσταντής καί τήνε χαιρετάει: «Καλημερά σου, τσόμπανε». «Καλῶς τόν Κωνσταντίνο». «Τίνος εἶναι τα πρόβατα; Τίνος εἶναι τά γίδια,

Τίνος εἶναι καί τά σκυλιά με το χρυσό γιορντάνι;»

«Τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ μικροῦ, τοῦ Μικροκωνσταντίνου, Μικρό ντόν εἶχ᾽ ἡ μάννα ντου, μικρό ντ’ ἀρραβωνιάζει,

Μικρό ντόν ήρτε μήνυμα στο μπόλεμο να πάει».

Χτυπᾶ τό βάθιο ντου κλωτσιά, στη μάννα ντου πηγαίνει. «Μάννα μ’ ποῦ ν’ ἡ γυναίκα μου, που ‘ναι κι ἡ καλή μου;» 

(Καταγραφή Αρχείο Δόμνας Σαμίου).

Με γυμνά πόδια, κάνοντας της αρχή ο Αρχιαναστενάρης, ένας – ένας, σε ζεύγη ή σε ομάδες 6-8 άτομα, από τον παλαιότερο προς το νεότερο, οι Αναστενάρηδες πυροβατούν, στην αναμμένη θράκα, υψώνοντας τα χέρια ψηλά, σαν προσευχή ή ανοιχτά σε σχήμα σταυρού. Σφίγγουν τα εικονίσματα στην αγκαλιά τους, βηματίζουν, χορεύουν και αναστενάζουν δυνατά. 

Η πυροβασία θα ολοκληρωθεί, αφού σβήσει η θράκα και επισφραγίζεται με συμπόσιο στο σπίτι του Αρχιαναστενάρης ή στο Κονάκι, αφού έχουν τοποθετηθεί τα σύμβολα της τελετουργίας εντός με ασφάλεια. 

Διαβάστε επίσης
https://www.folkradio.gr/lefteris-pavlou-the-ritual-and-the-music-of-anastenaria/

 

Πηγές

Ντοκιμαντέρ ’68 Ιστορικό ντοκιμαντέρ των τελετών των Αναστενάρηδων στην Αγία Ελένη Σερρών, γυρισμένο το 1968 από την Βενεζουελάνα σκηνοθέτιδα M. L . Carbonell.

Αρχείο Δόμνας Σαμίου

Βιβλιογραφία

  • Loring Danforth.  Τα Αναστενάρια της Αγίας Ελένης. Πυροβασία και Θρησκευτική Εμπειρία, εκδόσεις «Πλέθρον» 1995
  • Ιάσων Ευαγγέλου. Πυροβασία και Αναστενάρηδες, απόπειρες επιστημονικής ερμηνείας της ακαϊας, εκδόσεις «Δωδώνη» 1994
  • Νίκος  Παύλου, Εκστατικά Φαινόμενα και Εθνολογία,  To βιβλίο του L.M.Danforth  “Τα αναστενάρια της Αγίας Ελένης, Πυροβασία και Θρησκευτική Εμπειρία”.

 

Share this Article