Λευτέρης Χαβουτσάς: Η Τέχνη είναι η Aπάντηση στις Δυσκολίες και την Ασχήμια (Συνέντευξη)

Συνέντευξη στον Μιχάλη Πολυχρόνη

Ο Λευτέρης Χαβουτσάς ήδη πριν από την γέννησή του κουβαλάει το «μοιραίο» πεπρωμένο που φαίνεται να τον ακολουθεί από τότε. Αν οι πρόγονοί του που μετά το 1922 είχαν έρθει από την Μικρά Ασία στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν στην Κοκκινιά υπέκυπταν στα κελεύσματα της τότε Σοβιετικής Ένωσης που από το 1945 – 1948 υποσχόταν παραδεισένια ζωή στους Αρμένιους ανά την Ευρώπη και αν αποφάσιζαν να επαναπατρισθούν στην Σοβιετική Δημοκρατία της Αρμενίας ίσως και να μην είχε γεννηθεί ο μικρός Λευτέρης πολλά χρόνια αργότερα. Όσοι το τόλμησαν συνάντησαν μια εντελώς διαφορετική – δυστοπική πραγματικότητα και δεν μπορούσαν έκτοτε να επιστρέψουν πίσω. Από τότε κύλησε πολύ νερό στ’ αυλάκι και το dna ενός μουσικού λαού όπως είναι ο Αρμένικος φαίνεται να πέρασε και στον Λευτέρη που από τα 13 του ήρθε κοντά στην τέχνη αυτή και δεν την εγκατέλειψε ποτέ. Από το 2014 μάλιστα άφηνε κατά τα τακτά χρονικά διαστήματα τα ίχνη του και στη δισκογραφία με προσωπικά άλμπουμ και συμμετοχές, εκτός από την παρουσία του σε μουσικές σκηνές και άλλα σχήματα, υπηρετώντας κατά κύριο λόγο την κιθάρα ως πυρήνα της μουσικής του κατάθεσης. Η συζήτηση μαζί του όμως, με αφορμή τον τελευταίο του δίσκο «Sayat»  (Violin Production, 2024), φανερώνει έναν Λευτέρη – σοφό παιδί σε σώμα ενήλικα. Η σχεδόν ασκητική του παρουσία χρωματίζεται από έναν δομημένο λόγο, ευρυμάθεια για το αντικείμενό του και όχι μόνο, αλλά προπάντων ένα άρωμα αγνότητας που έχουμε συνηθίσει σε πραγματικά φωτισμένους μοναχούς που έχουν κερδίσει με όπλο την ταπεινότητα μια θέση στο βασίλειο της Αγάπης: προς τον συνάνθρωπο, την Τέχνη και την ουσιαστική σχέση με το δώρο της ζωής. 

Πώς αισθάνεσαι για την κυκλοφορία του δεύτερου άλμπουμ σου, δέκα χρόνια μετά το πρώτο;
Αισθάνομαι πολύ ευχαριστημένος που κατόρθωσα να το ολοκληρώσω. Υπάρχουν πολλά κομμάτια, ακόμη και δεκαετίας, που ηχογραφήθηκαν τώρα, γιατί οφείλω να ομολογήσω ότι δεν είμαι ιδιαίτερα παραγωγικός, προσέχω πολύ αυτά που γράφω. Όπως έλεγε και ο φίλος μου Αντώνης Απέργης «κάνεις τέχνη καλή όταν ο σκουπιδοτενεκές σου είναι γεμάτος», δηλαδή όταν πετάς πράγματα για να μένει το ωφέλιμο και το αληθινό. Έτσι κι αλλοιώς υπήρχε ένας περιορισμός λόγω βινυλίου των 20 λεπτών κάθε πλευράς, οπότε άφησα έξω 3-4 κομμάτια σαν μπαλλάντες με πιάνο κι ένα αφιερωμένο στον Bill Evans. Κράτησα τα πιό ενδιαφέροντα που έχουν σχέση με την κιθάρα, το φλαμένκο και τους ρυθμούς της Λατινικής Αμερικής.

 Πες μας λίγα λόγια για την επιλογή του τίτλου. Διακρίνω μία αντίφαση. Ο τίτλος δεν έχει άμεση σχέση με το περιεχόμενο του δίσκου…
Ο τίτλος έχει σχέση μόνο με την αρμένικη καταγωγή μου από την πλευρά της μητέρας μου και είναι φόρος τιμής στον Sayat Nova που από μικρός θαύμαζα. Είναι ο Αρμένιος ποιητής και μουσικός που έζησε το 1700. Σώζονται πολλά τραγούδια του και παίζονται ακόμη και σήμερα σ’ όλο τον κόσμο. Η πνευματικότητα που διέθετε αυτός ο άνθρωπος τον έκανε να γράφει ποίηση σε τέσσερις γλώσσες (πέρσικα, γεωργιανά, αρμένικα και τατάρικα) ταυτόχρονα, δηλαδή στο ιδανικό της κάθε γλώσσας. Όπως λέει και ο αδερφός μου που ασχολείται με την γλώσσα και την μετάφραση, δεν υπάρχει ανώτερη και κατώτερη γλώσσα εφόσον σε αυτήν μπορεί να γραφτεί ποίηση. Είναι ένα παράδειγμα γιατί προέτεινε την τέχνη ως μέσο για την συναδέλφωση των λαών κι όχι το ποιός θα επιβληθεί στον άλλον με τον χειρότερο τρόπο!

 Παρόλα αυτά το περιεχόμενο του δίσκου κοιτάει προς τον ήχο της Λατινικής Αμερικής…
Αυτή είναι μια αγάπη που προέρχεται από την κιθάρα. Ξεκινώντας από τις παραδοσιακές μουσικές κάθε χώρας που είναι πανέμορφες γιατί είναι γραμμένες στο μέτρο του ανθρώπου, κάτι σαν τα κυκλαδίτικα σπίτια που είναι χτισμένα με την ίδια λογική. Γι’ αυτό και οι λαϊκές μουσικές είναι οικείες σε όλους. Ξεκινώντας από εκεί και πηγαίνοντας προς την λόγια μορφή της μουσικής με κάποιες ενορχηστρώσεις και φωνές που μπαίνουν η μία μέσα στην άλλη έχω στον προηγούμενο δίσκο κάποια κουαρτέτα που αν και προέρχονται από την κλασσική μουσική, έχουν ως αφετηρία την λαϊκή μουσική και δεν έγιναν από την μία μέρα στην άλλη. Ας πούμε η μπαρόκ μέχρι και η μουσική του Μπαχ είναι αρκετά οικείες σε ένα παιδί μέχρι και σ΄έναν ηλικιωμένο γιατί περιέχουν λαϊκά μοτίβα. Η μουσική του Βιβάλντι επίσης είναι πιό προσλήψιμη και από έναν αδαή που την ακούει αν μη τι άλλο ευχάριστα.

Μιας και ανέφερες τον Βιβάλντι, σε πάω στο πρώτο κομμάτι του δίσκου το οποίο και σαν τίτλος και σαν ύφος παραπέμπει άμεσα στον Μάνο Χατζιδάκι και στο «Χαμόγελο Της Τζοκόντας». Πρόκειται για πολλούς για τον καλύτερο ορχηστρικό δίσκο της ελληνικής δισκογραφίας. Ο Χατζιδάκις είχε την ικανότητα να γράφει μουσική απαιτητική, αλλά ταυτόχρονα με μεγάλη προσληψιμότητα στο ευρύ κοινό. Κατάφερνε η λόγια πλευρά του να περνάει στον κόσμο χωρίς να γίνεται εστέτ, χωρίς να βλέπει αφ’ υψηλού τον λαό, αλλά συγχρόνως έχοντας την επιθυμία να τον «σηκώσει» λίγο ψηλότερα. Ως, θα έλεγα, άλλος Sayat έπαιρνε παραδοσιακά ή λόγια θέματα, ακόμα και από τον Βιβάλντι και τα μετουσίωνε σε μια παγκόσμια ελληνικότητα.
Αυτό λοιπόν το κομμάτι, το «Όταν Φεύγουν Τα Σύννεφα» είναι φόρος τιμής και στον Χατζιδάκι όπως και στον αγαπημένο συνθέτη κινηματογραφικής μουσικής Κώστα Καπνίση. Κι αυτό γιατί ο Καπνίσης είναι πιο κοντά στην ψυχοσύνθεσή μου, όπως και ο Ραχμάνινοφ. Ήταν μουσικά πολύ μορφωμένος. Για μια ταινία έγραφε ένα κομμάτι συμφωνικό και ένα τζαζ και ένα λαϊκό θέμα. Είχε ευρεία αντίληψη κι ένα γούστο που εμένα με άγγιξε παραπάνω. Ξαναγυρίζοντας στον Χατζιδάκι, κατόρθωσε αυτό που είπαμε γιατί η ζωή του η ίδια ήταν μέσα στις ταβέρνες. Ο Μάρκος Βαμβακάρης έλεγε «αυτόν όποιος τον πειράξει θα ‘χει να κάνει μαζί μου». Ήταν προστατευόμενός του. Ο Χατζιδάκις πήγαινε εκεί γιατί θεωρούσε ότι αυτή ήταν η πραγματική λαϊκή μουσική και μάλιστα είχε πει ότι όταν άκουσε το τραγούδι «Μέσ’στον οντά ενός πασά» (1946, Μάτσας – Περιστέρης) θα ήθελε ο,τιδήποτε θα έγραφε να είχε αυτόν τον αέρα, αυτή την αισιοδοξία και την μελαγχολία ταυτόχρονα, το παράπονο και το μεγαλείο που έχει αυτό το απλό τραγούδι. Η ίδια του η ζωή άλλωστε φανερώνει ότι δεν καρόϊδεψε κανέναν. Να μην ξεχνάμε και την περίφημη διάλεξη για το ρεμπέτικο, την τελευταία μουσική που δημιούργησε ο ελληνικός λαός μετά τη δημοτική που ήταν αποκυρηγμένο και από τους διανοούμενους και από τους δεξιούς. Το ρεμπέτικο για μένα ήταν ένα θαύμα!

Θα μπορούσε ένας σύγχρονος Έλληνας μουσικός να γράψει ξανά ή να εξελίξει το ρεμπέτικο; Ή να γράψει καινούρια δημοτική μουσική;
Ναι, σίγουρα μπορεί κι ένα τρανταχτό παράδειγμα είναι ο δίσκος του Φώτη Βεργόπουλου (Violin Productions), ενός 35άρη που έγραψε 15 νέα ρεμπέτικα τραγούδια. Το είδος εξελίσσεται. Έγραψε πάνω σ’ αυτό το μοτίβο με ειλικρίνεια και αλήθεια!

 Ανανεώνονται ποτέ αυτά τα είδη; Πώς μπορείς να κεντήσεις στην εποχή μας πάνω στα δημιουργήματα που έφτιαξαν οι μεγάλοι ρεμπέτες;
Ένα παράδειγμα ήταν αυτό που έκανε ο Στέλιος Βαμβακάρης. Τα τραγούδια του είναι ταυτόχρονα πολύπλοκα αλλά και απλά, λαϊκά. Με μια δικιά του ματιά από τη μουσική του Μάρκου έδωσε κάτι καινούριο, χωρίς, είναι αλήθεια να έχουν πολυακουστεί τα τραγούδια του. Αυτό οφείλει να κάνει κάποιος για να συνεχίσει να υπάρχει η τέχνη, η παραστατική ζωγραφική και η τονική μουσική μιας και όλοι έχουν γυρίσει στον νεοκλασσικισμό και στη λόγια μουσική αφού εξαντλήθηκε ο καιρός των ατονάλ πειραμάτων. Είναι πολύ πιο δύσκολο να γράψεις μια μελωδία από μία πειραματική μουσική. Τώρα νομίζω ότι αρχίζουν όλα στη μουσική, τώρα που καταλαβαίνουμε τί έχουμε στα χέρια μας!    

 Από τους δύο τελευταίους σου δίσκους και ειδικά από τον τελευταίο, ενώ θα περίμενε κανείς και λόγω της καταγωγής σου να συνεχίσεις πάνω στη μουσική της Ανατολής, εσύ φαίνεται εδώ να δηλώνεις ότι σε αφορά περισσότερο η τέχνη της κιθάρας και οι πολλαπλές ερμηνευτικές της εκφάνσεις, του βασικού οργάνου που υπηρετείς εδώ και χρόνια αφότου εγκατέλειψες το μπουζούκι.
Το 2017 στο cd «ZRUITS» παίξαμε όλες τις εποχές της αρμένικης μουσικής, από τον Sayat Nova (1700) ως και τον 20ό αιώνα. Και εδώ όμως υπάρχουν δύο κομμάτια που προσεγγίζουν την Ανατολή. Παρόλα αυτά, όπως είπες, με το παίξιμο της κιθάρας με τα δάχτυλα, από τα πιό δύσκολα πράγματα στην κιθαριστική πρακτική, αγγίζοντας σε δυσκολία ακόμα κι αυτήν του δοξαριού στο βιολί, θέλω να βγεί αυτή η χαρούμενη, χορευτική μουσική με λαϊκή βάση, όπως είναι το φλαμένκο και η σάλσα της Κούβας ή η σάμπα αργεντίνα της Αργεντινής και να προσεγγίζει την easy listening περασμένων δεκαετιών, όπως τη μουσική του Henry Mancini. Ίσως κατά βάθος αυτό να είμαι!

Μιας και αναφέρθηκες στην easy listening, στα μέσα του 20ού αιώνα, όταν δεν υπήρχε ακόμη η τεχνολογία όπως είναι σήμερα, αυτοί οι μαέστροι έδωσαν ενορχηστρωτικά μαθήματα. Απ΄ αυτούς νομίζω ότι εμπνεύστηκε ενορχηστρωτικά και ο Χατζιδάκις. Ήταν συνθέτες, ενορχηστρωτές και μαέστροι οι οποίοι έβαλαν τα θεμέλια και μας δίδαξαν πόσο μπορεί να εμπλουτιστεί μια μελωδία. Σ’ αυτές τις μεγάλες ορχήστρες βλέπεις πόσο το κάθε όργανο είχε το ρόλο του και πόσο ενδυνάμωνε την κάθε προσέγγιση. Άλλωστε και η παραγωγή του «Χαμόγελου Της Τζοκόντας» έγινε από τον «μάγο» Quincy Jones. Κακώς θεωρώ ότι υποτιμήσαμε αυτή την μουσική με όρους μουσικής ασανσέρ ή σούπερ μάρκετ.
Και όλα ξεκίνησαν από την μουσική του κινηματογράφου που είναι κάτι πολύ στοχευμένο που πρέπει να εξυπηρετήσει κάποιες σκηνές, την ψυχολογία των ηρώων και να ακολουθεί την πλοκή της ταινίας. Έπρεπε λοιπόν να είσαι πολύ μεγάλος γνώστης της ορχήστρας και των ηχοχρωμάτων όλων των οργάνων.

 Μοιάζει σαν αυτό που χαρακτηρίζουμε στις μέρες μας ως ενσυναίσθηση ή συναισθηματική νοημοσύνη, προσαρμοσμένη στην λογική της μουσικής για σινεμά.
Ένα τέτοιο παράδειγμα λοιπόν ήταν ο Καπνίσης με την ικανότητά του να γράφει μουσική για σινεμά, όπως αυτή για την πρώτη ταινία του Σταύρου Τσιώλη «Ο Μικρός Δραπέτης» (1969). Το μουσικό θέμα που υπάρχει στους τίτλους έχει 4 νότες. Αυτές οι 4 νότες είναι ακριβώς το θέμα του Μορικόνε για την ταινία «Cinema Paradiso» που έχει γραφτεί 20 χρόνια μετά. Δε σημαίνει ότι έκλεψε κάποιος, κάποιον. Όμως αν έχεις ανοιχτές τις κεραίες σου, πολύ πιθανόν να πιάσεις το ίδιο σήμα που θα πιάσει κι άλλος μεγάλος μαέστρος, στην άλλη άκρη του κόσμου μετά από χρόνια. Δεν είναι τίποτα τυχαίο και τίποτα εύκολο για να γράψεις μουσική για ταινία. Χρειάζονται συν τοις άλλοις και ανοιχτές κεραίες!…

 Να υποθέσω λοιπόν ότι είσαι ανοιχτός για να γράψεις κι εσύ μουσική για τον κινηματογράφο!
Μα νομίζω ήδη αυτά που γράφω μπορούν άνετα να συνοδεύσουν εικόνες μιας ταινίας.

 Είχες πει σε μια πρόσφατη συνέντευξη ότι δε σ΄ενδιαφέρει το τραγούδι γιατί το θεωρείς μιά τελείως άλλη οπτική.
Το τραγούδι το θεωρώ μια πολύ δύσκολη τέχνη. Επειδή, ειδικά μετά την Μεταπολίτευση, έγιναν πάρα πολλά τραγούδια και κυριάρχησε ο Λόγος μπροστά στη μουσική, ήταν πολλές φορές εις βάρος της, χωρίς αυτό να το θεωρώ σώνει και καλά λάθος. Απλά πιστεύω ότι με την μουσική ταξιδεύεις περισσότερο. Όπως διαβάζεις ένα βιβλίο και βλέπεις μετά την ταινία βασισμένη σ’ αυτό. Αυτός που διαβάζει μόνο το βιβλίο δημιουργεί την προσωπική του ταινία, τα δικά του τοπία, τα δικά του πρόσωπα.

 Τι βρήκες στη μουσική της Λατινικής Αμερικής και της Ισπανίας, μιας και στο δίσκο υπάρχουν αναφορές στο φλαμένκο και σε σχετικά άγνωστα ιδιώματα της μουσικής της Λατινικής Αμερικής, διαφορετικό σε σχέση με αυτήν του Καυκάσου και της Ανατολής στις προηγούμενες δουλειές σου; Τι σου έδωσε προσωπικά παραπάνω, ώστε να το αποτυπώσεις σε δίσκο;
Κατ’ αρχάς είναι πολύ ελκυστικό να ασχοληθείς μ’ ένα ξένο σε σένα είδος, που δεν είναι γραμμένο στο dna σου. Η κιθάρα βέβαια υπάρχει σε όλα τα είδη, όπως και στην ελληνική. Στο φλαμένκο βέβαια ενυπάρχει και η Ανατολή λόγω της επιρροής των Αράβων και των Τσιγγάνων. Στο δεύτερο κομμάτι του δίσκου «Κέντημα» συναντούμε την samba argentina. Όπως στη μουσική της Αρμενίας συναντούμε συνειρμικά το όρος Αραράτ, έτσι οι Άνδεις στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, κάνουν την μουσική να έχει μιά καθαρότητα, μιαν υπερηφάνεια. Αυτό το συναίσθημα στο ύφος των δύο περιοχών είναι παρόμοιο στη μουσική τους. Η Αρμενία είναι ένα οροπέδιο και το αίσθημα με τους κατοίκους των Άνδεων είναι κοινό. Αυτό λοιπόν για μένα είναι το κοινό στοιχείο, όπως και η πεντατονική κλίμακα που θεωρείται κοινή σε όλες τις παραδόσεις και σε όλες τις ηπείρους. Είναι συγχρόνως κάτι πιό αφαιρετικό και συνάμα πιό γήινο. Οπότε έρχομαι εγώ με την κιθάρα και ανακαλύπτω ότι με έλκει η μουσική της υπαίθρου της Αργεντινής κι όχι τόσο εκείνη των πόλεων, όπως η samba argentina, η chamame ή η chagarera. στην πόλη είναι μόνο σχεδόν το tango που εξελίχθηκε όπως εδώ το ρεμπέτικο.

 Ανέφερες την λέξη βουνό και σκέφτομαι ότι οι βουνίσιοι λαοί έχουν την τάση «ένωσης» με τον Θεό, μιαν προνομιακή εγγύτητα μαζί Του. Αυτό το συναντώ, θα μου επιτρέψεις σε σένα. Καί στην κοσμοθεωρία σου και στον τρόπο που ζεις, που κινείσαι αλλά και στον τρόπο που παράγεις Τέχνη, πέρα από την μουσική. Εννοώ την άλλη σου αγάπη, την λαϊκή αγιογραφία.
Το βουνό και η ένωση με το θείο, είναι το μεταφυσικό στοιχείο με το οποίο στην ουσία έχουμε γεννηθεί και στην πορεία της ζωής μας το ξεχνάμε ή μας κάνουν να το ξεχάσουμε η καθημερινότητα και η πεζότητα αυτής της ζωής με τον θόρυβο, τις μηχανές και την διάσπαση της προσοχής. Κρατάω μια φράση του Ζήσιμου Λορεντζάτου σε σχέση με την Δύση, την Ευρώπη και μας και τον πολιτισμό μας που λέει ότι «ο άνθρωπος από την στιγμή που έκλεισε την μπουκαπόρτα του μεταφυσικού πάνω απ’ το κεφάλι του άρχισαν τα προβλήματα». Δεν μπορούν να είναι όλα μετρήσιμα με τον ορθολογισμό της Δύσης, τη «νεκρή» Επιστήμη, την αποκομμένη από τον θεό, την πίστη στο θείο. Διάβαζα μια συνέντευξη ενός πολύ άξιου γιατρού που έλεγε ότι σε κάθε εγχείρηση κάνει το σημείο του σταυρού, όπως έκανε ο Άγιος Λουκάς ο Ιατρός γιατί πολλές φορές το χέρι το οδηγεί κάποιος Άλλος, κι αυτό, συνεχίζει, του έχει συμβεί εκατοντάδες φορές. Όπως και οι αγιογράφοι έλεγαν ότι δεν ζωγραφίζω εγώ, το χέρι το κινεί κάποιος Άλλος και με κάποιο σκοπό, πέρα από την καθημερινότητα και τα πράγματα του ορατού κόσμου. Η αγάπη μπορεί να μετρηθεί με το υποδεκάμετρο; Η Αγάπη είναι το νούμερο ένα. Αυτό που λέει ο Ιωάννης «Ο Θεός Αγάπη εστί». Δεν υπάρχει τίποτα άλλο! Αν ξεχνάμε αυτό, ξεχνάμε ότι είμαστε άνθρωποι.

 

Στην τέχνη της Αγιογραφίας σε αφορά περισσότερο η κλασσική της εκδοχή ή σε ενδιαφέρει να την πάς παραπέρα;
Ο καθένας το προχωράει. Και πάλι, αυτό που λέμε Βυζαντινή Ζωγραφική, είναι ο τρόπος που ζωγράφιζαν τότε και αποτελεί μετεξέλιξη του τρόπου των Φαγιούμ της Ελληνιστικής εποχής. Ήταν κατά κύριο λόγο από Έλληνες ζωγράφους της Αιγύπτου που ζωγράφιζαν τα νεκρικά πορτρέτα, αυτά που κάθε άλλο παρά νεκρικά τα λες, τα βλέπεις σήμερα και νομίζεις ότι θα σου μιλήσουν. Αυτή ήταν η αρχή της εικόνας. Έτσι έγινε η Βυζαντινή Εικόνα. Ο καθένας πρόσθετε την προσωπική του σφραγίδα χωρίς να φαίνεται και χωρίς να γίνεται μανιέρα. Μανιέρα έγινε μετά την Κρητική Σχολή, γύρω στον 19ο αιώνα, που έδιναν τρομερή λεπτομέρεια, τα σχήματα ήταν σχεδόν γεωμετρικά. Αυτό λοιπόν που μ’ ενδιαφέρει εμένα είναι η λαϊκότητα, αυτό που έκανε ο Κόντογλου που ζωγράφιζε και κοσμικά θέματα εκτός των αγίων. Πάντα με την υγιή ελληνικότητα που προσέδωσε ο Κόντογλου ή και ο Τσαρούχης. Αυτό που θα ήθελα να κάνω θα ήταν μια easy listening μορφή αυτής της τέχνης (γέλια). Να ακούγεται και να βλέπεται ευχάριστα αυτό που δημιουργώ. Το πιο βασικό είναι να ελκυθεί το Ωραίο, το Ιδανικόν!…

 Όταν μιλάς για την θρησκεία ή το θείο, εγώ αντιλαμβάνομαι σ’ εσένα ότι μιλάς περισσότερο για την πνευματικότητα, αυτή ίσως σε καθορίζει περισσότερο.
Εγώ θα το έλεγα ως εξής: η Θεολογία, η ενασχόληση με την μεταφυσική, με το θείο, με τον λόγο του Θεού, θα ήταν πιό σωστό να εφαρμόζεται ως πρακτική θεολογία, δηλαδή ως αναφορά στον πλησίον. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα χωρίς την έννοια του διπλανού σου, την προσφορά σου σ’ αυτόν. Αυτό είναι για μένα η πνευματικότητα, όπως αναφέρεται και στην παραβολή του Καλού Σαμαρείτη. Αυτή την πνευματικότητα θα ήθελα να υπηρετήσω και με την μουσική και με την ζωγραφική.

 Η πνευματικότητα έχει συνδεθεί και με τον ασκητισμό. Με όσα ακούω, αν κάποιος θέλει να υπηρετήσει στην σκληρή εποχή που ζούμε, αυτόματα τον οδηγεί στην απομόνωση, σε μια μοναχικότητα. Αυτή πόσο είναι υπαρκτή στη ζωή σου;
Σε πολύ μεγάλο βαθμό. Από την μία είναι η ροή της ζωής και από την άλλη είναι απαραίτητο να είσαι μόνος σου, να μπορείς να μελετάς, να είσαι απερίσπαστος, να αφιερώσεις όλη σου τη ζωή για την τέχνη, γιατί όλοι οι μεγάλοι αυτό έκαναν. Ποιός δεν ήταν ασκητής από τους μέγιστους; Ο Καρούζος που ζούσε στο υπόγειο και δεν είχε να φάει ή ο Τσαρούχης που ήταν στη Γαλλία και έτρωγε αυγά επί έναν μήνα γιατί δεν είχε χρήματα να αγοράσει τρόφιμα και αντέγραφε τις αφίσες του Καραγκιόζη;

 Αυτό πιστεύεις ότι βοηθάει ή είναι τροχοπέδη στην δημιουργικότητα;
Βοηθάει, εφόσον το δεις με καρτερικότητα. Από την μία είναι απαραίτητο για να μπορέσεις να δημιουργήσεις και από την άλλη οφείλεις να είσαι έτσι. Οφείλεις να μην χάσεις δευτερόλεπτο απ’ την ζωή σου. Αυτό ήταν ένα χαρακτηριστικό που έβλεπαν όλοι στον Καζαντζάκη, ο οποίος δεν ήθελε να χάνει λεπτό από τον χρόνο του.

 Ποιός είναι ο τρόπος που μελετάς;
Όταν έχεις φτάσει σ’ ένα σημείο κι έχεις αφομοιώσει κάποια πολύ βασικά πράγματα στην τεχνική του οργάνου και στην μουσική που σε αγγίζει πιο πολύ και θέλεις να την προσεγγίσεις περισσότερο, ακούς πλέον συγκεκριμένα πράγματα και ο χρόνος μελέτης προσπαθείς να είναι ωφέλιμος. Από τις επτά μόνο η μία ώρα έχει ουσία. Απ’ την άλλη χρειάζεσαι να κάνεις και μεγάλα διαλείματα και να ζεις την εποχή σου για να μπορείς να εμπνέεσαι, αλλά και να καυτηριάσεις ό,τι άσχημο σε ενοχλεί κάνοντας ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή προτείνοντας με την τέχνη σου κάτι υγιές και πνευματικό, κάτι που να ΄χει αξία, πάντα με την λαϊκή έννοια.

 Θεωρείς κάποιους μουσικούς δασκάλους και μέντορές σου;
Θα ήθελα να έχω γνωρίσει το περιβάλλον της παιδείας και τον τρόπο που προσέγγισαν την μουσική, ο Ραχμάνινοφ και ο Σκριάμπιν. Οι δάσκαλοι που είχαν όπως ο Τσαϊκόφσκι, το περιβάλλον που ζούσαν, μέσα στη φύση, χωρίς τις σημερινές ευκολίες και τέλος πάντων στην τελευταία και ίσως καλύτερη περίοδο του Ρομαντισμού της Ρώσικης Σχολής, αντίποδα της σχολής της Δύσης. Νομίζω δε, ότι η ζυγαριά σε όλες τις τέχνες γέρνει υπέρ της Ρώσικης Σχολής. Τα συναισθήματα που έχουν εκπέμψει αυτοί οι άνθρωποι στη μουσική, τη ζωγραφική και την λογοτεχνία είναι ανυπέρβλητα. Ο Σκριάμπιν ας πούμε ήθελε να κάνει ένα πολυθέαμα με χρώμα και ήχο. Είχε στο μυαλό του να φτιάξει ένα σύστημα με προβολείς με χρωματιστό φως που κάθε χρώμα θα ταίριαζε με μια συγκεκριμένη αρμονία που παιζόταν γιατί πίστευε ότι κάθε αρμονία είναι μια φιλοσοφική έννοια, οπότε το πώς μπλέκεις τις αρμονίες φανερώνει και τη φιλοσοφία σου και το πώς εξελίσσεται γενικά η σκέψη.

Αυτό που λες με παραπέμπει και στις σχολές των Δασκάλων της Ανατολής που μιλούσαν ανοιχτά για την σύνδεση της μουσικής με τον κόσμο των ενεργειών και των δονήσεων και εικάζω πως πολλοί μεγάλοι μουσικοί της Δύσης -άλλος λίγο, άλλος πολύ- είχαν μυηθεί σ’ αυτές τις Ατραπούς.
Μα σε οδηγεί η ίδια η τέχνη σ’ αυτό. Αν εμβαθύνεις θα δεις ότι όλα σχετίζονται: τα χρώματα, οι δονήσεις, οι ήχοι, οι λέξεις, οι έννοιες, η φιλοσοφία, η σκέψη, ο τρόπος που αντιλαμβάνεσαι τη ζωή, ακόμα και οι κινήσεις των πλανητών… Από την άλλη, όσο περισσότερο εμβαθύνεις, τόσο πιό ταπεινός γίνεσαι δυνητικά. Οι τζαζίστες, που είναι οι μουσικοί που δεν πληρώθηκαν ποτέ και εντούτοις οι πιό επαναστατικοί, πέρα από τους πειραματισμούς, έκαναν πράξη την ελευθερία της έκφρασης με τον αυτοσχεδιασμό. Οι πιό ταπεινοί ίσως είναι οι μουσικοί της τζαζ.

 Έχω την αίσθηση ότι οι συνθέσεις σου είναι άχρονες. Θα μπορούσαν να είχαν γραφτεί στις δεκαετίες του ΄50, ΄60 ή και ΄70. Στην Ελλάδα σε ποιά εποχή θα ήθελες να ζήσεις;
Στη δεκαετία του ΄50 και όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και παγκοσμίως. Μ΄ αρέσει πολύ η αισθητική αυτής της εποχής. Η ανθρωπότητα είχε βγει από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.  Ήταν η τελευταία εποχή που ο άνθρωπος ήταν πιό κοντά στη φύση, που το ήθος ήταν πιό ανθρώπινο. Η σκληρότητα φυσικά υπήρχε. Η γενιά μου βέβαια πήρε λίγη μυρωδιά από το τέλος αυτής της εποχής. Αν παρατηρήσεις τί κυριαρχούσε τότε σ’ ένα απλό κομμάτι, μιάς και μίλησες για άχρονο των συνθέσεων, η ενορχήστρωση αποτελείτο από πιάνο, κοντραμπάσο, βιμπράφωνο και φλάουτο, άντε και οι πρώτες ηλεκτρικές κιθάρες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το εναρκτήριο «Όταν φεύγουν τα σύννεφα».

 Σ’ έχουν προσεγγίσει για μουσική στον κινηματογράφο;
Για μουσική σε ντοκιμαντέρ. Ο Γιώργος Φετουρής με την Τζίνα Αποστολοπούλου που έκαναν το video clip για το κομμάτι που μιλήσαμε πριν έχουν τεράστιο υλικό από τα ταξίδια τους στην Ινδία και θα ήθελαν να κάνουν ένα ντοκιμαντέρ  με μοναδικές εικόνες που έχουν συλλέξει.

 Τον τελευταίο καιρό, κυρίαρχο θέμα είναι η Τεχνητή Νοημοσύνη η οποία έχει εισβάλλει και στη σύνθεση κομματιών. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει δηλωμένος δημιουργός άρα ούτε δικαιώματα κι έτσι εν δυνάμει θα μπορούσε να παραμεριστεί ο συνθέτης και ο ερμηνευτής. Πώς βλέπεις όλη αυτή την εξέλιξη;
Οι δυνατότητες της Τεχνητής Νοημοσύνης είναι πράγματι θαυμαστές. Αν θα με τρόμαζε κάτι θα ήταν το ανεξέλεγκτο αυτής της υπόθεσης. Από την άλλη, δεν με ανησυχεί γιατί πραγματικά θα ήθελα να ακούσω ένα ταξίμι από την Τεχνητή Νοημοσύνη. Είναι δημιούργημα του ανθρώπου. Λένε ότι θα υπερκεράσει την ανθρώπινη νοημοσύνη και θα γίνουμε σκλάβοι της, αλλά αυτό που δύναται ο άνθρωπος να αγαπήσει και να συγκινηθεί, η Τεχνητή Νοημοσύνη δε θα μπορέσει ποτέ να αποδώσει.

 Άλλωστε ακόμα κι αν συγκινηθείς με το ταξίμι της Τεχνητής Νοημοσύνης όταν θα ξέρεις ότι η δημιουργία αυτή θα είναι αποτέλεσμα δεδομένων κι όχι «αίματος», αυτόματα το γεγονός αυτό δεν το καθιστά υποδεέστερο;
Η Τεχνητή Νοημοσύνη τροφοδοτείται συνεχώς από τις πληροφορίες του ανθρώπου. Η ερμηνεία, αν δεν κάνω λάθος ενός σούφι, για το τί είναι το ταξίμι, που είναι η καρδιά της Ανατολής, η πνευματικότητα, η επικοινωνία με το θείο ήταν η εξής: «Το ταξίμι είναι η στιγμή που μετά το γάμο οι δύο εραστές μένουν μόνοι τους στο νυφικό δωμάτιο». Το ταξίμι είναι ο απόλυτος έρωτας, η απόλυτη καθαρότητα και αγνότητα, η απόλυτη επικοινωνία με το θείο! Έσονται οι δύο εις σάρκαν μία! Αυτό είναι μάλλον κάτι που δε θα καταφέρει ποτέ η Τεχνητή Νοημοσύνη, να έρθει σε απόλυτη επαφή με τον πλησίον, να δει το πρόσωπο του άλλου, μιας και το πρόσωπο του καθενός είναι το πρόσωπο του Θεού. Εν τέλει, ίσως σε συγκινήσει με κάποιες απαντήσεις που μπορεί να σου δώσει, αλλά δε θα μπορέσει να σε επισκεφτεί στο νοσοκομείο όταν είσαι άρρωστος.

 Θα μπορούσες να αφιερώσεις έναν δίσκο με διασκευές σε αγαπημένα σου κομμάτια; Τι θα μπορούσε να περιέχει;
Θα το ήθελα πολύ. Θα ήθελα να διασκευάσω τα τζαζ τραγούδια του ελληνικού κινηματογράφου όπως αυτά του Καπνίση. Σε ρεμπέτικα δεν θα μπορούσα γιατί είναι άρτια, αλλά με την τζαζ μουσική ανοίγει πιό πολύ το πεδίο αρκεί να ξέρεις τί θέλεις να κάνεις όταν δίνεις μια δική σου εκδοχή. Επίσης κομμάτια της Ανατολής που είναι μονωδίες, μονοφωνική μουσική, θα ήταν ενδιαφέρον να έβαζα μιαν αρμονία κάπως περίεργη, που να προτείνει κάτι άλλο!

 Οι δουλειές σου μέχρι τώρα είναι μονοθεματικές, επικεντρώνονται κάθε φορά σ’ ένα ύφος, σ’ ένα ηχόχρωμα. Θα μπορούσες να κάνεις έναν πολυσυλλεκτικό δίσκο;
Σίγουρα και ίσως αυτός να είναι ο επόμενος. Θα μ’ ενδιέφερε π.χ ένας δίσκος με σόλο ούτι που το θεωρώ και την ρίζα της κιθάρας.

 Με τί μουσική θα έντυνες την ζωγραφική σου;
Θαρρώ πιο πολύ με την μουσική της Ανατολής, ίσως γιατί έχει σχέση με την αγιογραφία, είναι πιο αφαιρετική.

 Παρόλα αυτά στον δίσκο δεν επέλεξες να δούμε δικό σου ζωγραφικό έργο, αλλά να έχεις σύμβολα, πέρα από την γραμματοσειρά που παραπέμπει στον τόπο καταγωγής σου. Μίλησέ μας γι’ αυτά.
Η φωτογραφία είναι από το σπίτι μου. Βασικά εμπεριέχει τρία πράγματα. Την τέχνη, ως απάντηση στις δυσκολίες της ζωής και ως πείσμα στην ασχήμια και την αδιαφορία που έχουμε διαπράξει όλοι μας κάποια στιγμή στην ζωή μας. Το μεταφυσικό και την πίστη στο θείο και την θέληση για ζωή. Η τέχνη είναι το βάζο, κληρονομιά από τον παππού μου, του 1928 που φέρει την τεχνική της Κιουτάχειας, την τέχνη των κεραμικών και της διακόσμησης στο χέρι, με τα χαρακτηριστικά μοτίβα ουσιαστικά των Αρμενίων. Η τέχνη επίσης συμβολίζεται με το κέντημα της γιαγιάς που σκεπάζει το τραπέζι. Η πίστη συμβολίζεται από τα τρία ποτήρια, δηλαδή την Αγία Τριάδα. Η θέληση για ζωή και επιβίωση είναι το ρόδι, σύμβολο της επιβίωσης των Αρμενίων από την Γενοκτονία του 1915. Πολλοί απ’ αυτούς στην πορεία της εξόντωσης, προς την εξορία στη Συρία, επέζησαν τρώγοντας ένα σπυρί ρόδι την ημέρα. Όποιος πάει στη Συρία και σκάψει σε συγκεκριμένα σημεία βρίσκει ακόμη κόκκαλα των θανόντων. Εκεί κατάφερε να επιζήσει και ο θείος της γιαγιάς μου. Στο οπισθόφυλλο του δίσκου αναγράφεται μια καλλιγραφημένη φράση στα αρμένικα που λέει «ο άνθρωπος θα πιστέψει στο Θεό». Αυτή φράση, πριν την γενοκτονία, την χάραξε ένας Αρμένιος χαράκτης σ’ ένα γραμματόσημο στο postal ottoman της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1913 που δείχνει μια σκηνή από τον Βόσπορο και τυπώθηκε στην Αγγλία. Κάτω από το postal ottoman υπάρχουν κάθετες σκιές. Τα αρμένικα όταν είναι γραμμένα κάθετα, τυπογραφικά φαίνονται σαν να είναι όλα ίδια, σαν καρδιογράφημα. Ο Αρμένιος χαράκτης κατάφερε και έγραψε σαν σκιά των γραμμάτων στα αρμένικα αυτή τη φράση, που φαίνεται μόνο με μεγενθυτικό φακό. Αυτό το πήρανε χαμπάρι οι Τούρκοι μετά από τρία χρόνια και έγινε προσπάθεια απόξυσης από το γραμματόσημο της επίμαχης φράσης. Τα γραμματόσημα αποσύρθηκαν και ο χαράκτης πέθανε στη φυλακή. Η φράση λοιπόν αυτή, στο οπισθόφυλλο του δίσκου είναι γραμμένη από εμένα.     

 Το «SAYAT» κυκλοφορεί σε ψηφιακή μορφή σε όλες τις streaming πλατφόρμες και σε δίσκο βινυλίου!

Ακούστε και αγοράστε το “SAYAT” εδώ

https://violinsproductions.bandcamp.com/album/sayat

Share this Article