Από τον Σωτήρη Μπέκα
Ένα από τα στοιχεία που ξεχωρίζουν τους πολύ μεγάλους αυτού του κόσμου είναι ότι όταν “φεύγουν”, όλοι έχουν να πουν μια ιστορία γι’ αυτούς. Αυτό συμβαίνει και με εμένα.
Η είδηση του φευγιού του Πετρολούκα Χαλκιά (1934-2025) με δυσκόλεψε. Δεν είναι ότι είχαμε πολλά πάρε-δώσε, ήταν όμως ότι γνωριζόμασταν από πάντα, σχεδόν όσα τα χρόνια της μεσήλικης ζωής μου, ενώ τις τελευταίες δύο δεκαετίες με είχε τιμήσει πάμπολλες φορές αποδεχόμενος το αίτημα για μία συνέντευξη, ή έστω μια ιδιωτική κουβέντα στην αθηναϊκή γειτονιά του, το Μεταξουργείο ή την πλατεία Καραϊσκάκη.
Τα μεγάλα, χαρακτηριστικά του δάχτυλα και η θωριά του είναι αυτά που είχα προσέξει την πρώτη φορά που τον είχα συναντήσει στην Ήπειρο, στο καφενείο του παππού μου, όπου περίμενε για να ανέβει στον επάνω μαχαλά για το πανηγύρι. Ερχόταν αρκετά συχνά στα μέρη μας, λόγω της στενής συνεργασίας του με τον Δημήτρη Βάγια, με τον οποίο δούλεψαν και ηχογράφησαν μαζί για περίπου 10 χρόνια, αμέσως μόλις ο Πετρολούκας επέστρεψε από τις ΗΠΑ, εκεί όπου είχε μεταναστεύσει για 20 περίπου χρόνια.
Αρκετά νωρίτερα, στα 11 του χρόνια, στο Δελβινάκι, ο μικρός Πέτρος έφτιαξε το πρώτο του αυτοσχέδιο κλαρίνο, από βουζιά (ξύλο που δεν έχει «καρδιά») και μοναδικός του δάσκαλος ήταν η μεγάλη φυσιογνωμία του κλαρίνου, Φίλιππας Ρούντας, ο οποίος -με τη σειρά του- είχε μαθητεύσει δίπλα στον επίσης σπουδαίο, Κίτσο Χαρισιάδη, ο οποίος είχε συγγενική σχέση με τον Πετρολούκα, ως πρώτος ξάδερφος με τον παππού του, από τη μεριά της μάνας του.
Σε μια από τις συνεντεύξεις του, ο Πετρολούκας μοιράστηκε μαζί μας πως…
«Μόλις με άκουσε ο παππούς μου, με έστειλε στον Φίλιππο Ρούντα. Είχε 9 παιδιά και άλλο ένα, εμένα 10. Η γιαγιά μου και η μάνα του Φίλιππα ήταν αδερφές. Μας λέει ο δάσκαλος μια μέρα «δεν μπορώ να δείξω στον καθένα από μία ώρα. Θα δείχνω σε έναν που μπορεί να τα πάρει γρήγορα και οι υπόλοιποι θα παίζετε ό,τι παίζει αυτός. Έλα εδώ εσύ, μου λέει». Τελευταίο με άφησε. Μου δείχνει και εγώ αμέσως το έπαιξα. «Εντάξει» λέει ο δάσκαλος, «Ό,τι παίζει ο Πέτρος θα παίζετε και εσείς». Η τύχη μου με έφερε εκεί που έπρεπε να είμαι. Σε ένα γάμο ο Ρούντας μέθυσε, ήπιε πολύ και δεν μπορούσε να παίξει «Φωνάξτε τον Πέτρο» λέει στους μουσικούς. Έρχονται στο σπίτι δυόμιση η ώρα τη νύχτα και με ξυπνάνε! Ήμασταν στρωματσάδα όλα τα παιδιά. «Σε θέλει ο δάσκαλός σου», μου λένε. Ούτε ήξερα γιατί με ζητάνε. Σηκώθηκα ντύθηκα, πάω στο γάμο και μου ζητάνε να πάρω το κλαρίνο και να παίξω ό,τι μου είχε δείξει ο δάσκαλός μου. Τί να κάνω; Αρχινάω και παίζω δυνατά. Έγινε χαμός! Ο Φίλιππας κατά τις 6 το πρωί σηκώνεται, μ’ ακούει και ρωτάει «Ποιος παίζει;» Αυτό ήταν. Με πιάνει και μου λέει. «Δεν χρειάζεσαι να σου δείχνω άλλο πια, θα έρχεσαι δίπλα μου».

Καθώς θυμάμαι την αφήγησή του, η φωνή του Πέτρου αντηχεί ήρεμα, καθαρά στη μνήμη μου, έτσι όπως συνήθιζε να μιλάει. Πρόσεχε τί έλεγε, τον ενδιέφερε τί θα μείνει, αν και πραγματικά δεν είχε καμία ανάγκη τα λόγια. Ήταν σοβαρός, αρχοντικός στην καθισιά και την κουβέντα του. Πάντα όμως με το χαμόγελο στα χείλη. Δεν “έδειχνε” συχνά σε άλλους μουσικούς, εντούτοις ήταν πολύ γενναιόδωρος. Και ειδικά στα μεράκια του.
Ο Πέτρος, έγινε πασίγνωστος ως Πετρολούκας λόγω ενός τυπογραφικού λάθους. Όταν πρωτοπήγε στην Αθήνα συνεργάστηκε με τον Αλέκο Κιτσάκη, στην κομπανία του Τάσου Χαλκιά. Ένα βράδυ ένας θαμώνας τους έδωσε ένα τραγούδι, το οποίο και αποφάσισαν να ηχογραφήσουν. Αυτό έμελλε να εκτινάξει τη φήμη τους στα ύψη. Ήταν το «Άσπρο τριαντάφυλλο κρατώ».
Και οι δυο τους μαξούμια, ηλικιακά και καλλιτεχνικά, αποτολμούσαν να αποκολληθούν από τη βαριά σκιά του ανθρώπου που καθόρισε με το καλλιτεχνικό του ανάστημα της μουσική της Ηπείρου.
Όμως, στην εκτύπωση του εξωφύλλου στο δίσκο και στη συντομογραφία του ονόματος, αντί για «Π» τυπώνεται «Τ» και όλοι νομίζουν ότι κλαρίνο έπαιξε ο Τάσος Χαλκιάς, που τότε μεσουρανούσε. Με προτροπή του Σπύρου Περιστέρη και για να τον ξεχωρίζει έκτοτε ο πολύς κόσμος, ο Χαλκιάς «κολλάει» δίπλα στο όνομά του και αυτό του παππού του (Λουκάς) κι εγένετο το Πετρολούκας!
Δεν ήταν απλώς ένας βιρτουόζος, ή σολίστας. Είχε ένα φύσημα σαν του αγέρα που περνάει μέσα από τα δέντρα, με ευγένεια και ίσα που σπάζει την ησυχία. Είχε ένα απαλό, γλυκό και ταυτόχρονα απόλυτα μελωδικό παίξιμο, σχεδόν μεταφυσικό. Το παίξιμό του στο κλαρίνο ήταν μέλισμα.
Ο Πετρολούκας Χαλκιάς ήταν χαρισματικός, ένας πολύ μεγάλος μουσικός, που είχε αυτή την ξεχωριστή αντίληψη ενός πραγματικού καλλιτέχνη, που δεν ησύχαζε και πάντοτε είχε όρεξη να ακούσει καινούργιες ιδέες ή προτάσεις για συνεργασίες.
Στη μέσα τσέπη του παλτού του, είχε το κινητό του τηλέφωνο, στο οποίο κρατούσε ηχητικές στιγμές που ηχογραφούσε ο ίδιος από άλλους μουσικούς που συναντούσε, ή του είχαν στείλει και τον ενδιέφεραν για την μουσική προσέγγιση. Όταν τύχαινε να είσαι μαζί του για καφέ, έβγαζε το τηλέφωνο, άκουγε αυτές τις ηχογραφήσεις και σου έκανε νόημα να πλησιάσεις να ακούσεις και εσύ, με ένα χαμόγελο μικρού παιδιού, που μοιράζεται τα παιχνίδια του.

Για να αντιληφθεί κανείς το καλλιτεχνικό εύρος του Πετρολούκα Χαλκιά, θα πρέπει να τον αναζητήσει στις όχι πολύ αναμενόμενες δισκογραφικές δουλειές και συνεργασίες του. Η αφετηρία, σίγουρα, θα πρέπει να είναι τα δύο καλύτερα προσωπικά του άλμπουμ “Μοιρολόγια και Γυρίσματα” και “Δρόμοι της Ψυχής”. Και τα δύο ηχογραφημένα τη δεκαετία του ‘90, όταν και συναντήθηκε μουσικά και με τον Τάκη Μπαρμπέρη, ο οποίος και είχε την ιδέα μιας σύμπραξης της κιθάρας του με το κλαρίνο του Πετρολούκα, στο jazz club Παράφωνο, το 1996. Το αποτέλεσμα ήταν ένας σπουδαίος δίσκος (“In Parallel”) που κατά κάποιο τρόπο χάρισε την έμπνευση για την παρουσία του Πετρολούκα Χαλκιά στη σειρά “Έλληνες και Ινδοί” εκεί που ο μεγάλος Ηπειρώτης μουσικός συνέπραξε με τους Daya Shankar (Shanai), Rakesh Chaurasia (Bansuri), Shubhankar Banerjee (Tabla) και Rabindra Narayan Goswami (Sitar) σε μία επίσης ζωντανή ηχογράφηση, υπό την επιμέλεια (αυτή τη φορά) του Αλέξανδρου Καρσιώτη.
Λίγα χρόνια αργότερα, στα τέλη της δεκαετίας του 2000, ο Πετρολούκας Χαλκιάς βρέθηκε προσκεκλημένος της σπουδαίας Ουγγαρέζας τραγουδίστριας, Marta Sebestyen, για να συμβάλλει σε μια αριστουργηματική (αλλά ανέκδοτη μέχρι σήμερα) ηχογράφηση που φέρνει δίπλα – δίπλα τη μουσική παράδοση της Ουγγαρίας και της Ελλάδας. Εκεί, μέσα σε μερικά λεπτά, ο Πετρολούκας, απλώνει συμπυκνωμένα όλα τα χαρακτηριστικά στολίδια και γυρίσματά του, σε ένα επίπεδο πολύ υψηλό.
Και πλέον, πιο πρόσφατα, ο σολίστας του λαούτου, Βασίλης Κώστας ανέπτυξε στενή συνεργασία μαζί του, η οποία απέφερε δύο αψεγάδιαστα ηχογραφήματα υπό τον εύλογο τίτλο The Soul Of Epirus και The Soul of Epirus II, διότι ακριβώς εκεί οι δύο τους, αφενός γεφυρώνουν με πολύ μεγάλη όρεξη και θετική ενέργεια, τη διαφοριά γενεών που τους χώριζε, αφετέρου, επιχειρούν ένα σεργιάνι σε μία σειρά από τραγούδια και οργανικά κομμάτια που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ηπειρώτικης μουσικής.
Τον είδα για τελευταία φορά το περασμένο Αύγουστο (2024), και αυτή ήταν η πρώτη φορά που τα λέγαμε στο χωριό του, το Δελβινάκι. Καθώς οδηγούσα για να φτάσω στο χωριό, οι λαγκαδιές, οι άγριες φυλλωσιές στα παλιό δάσος, σαν να μου έκρυβαν τον δρόμο, όταν όμως προσέγγισα τα πρώτα σπίτια του χωριού όλοι γνώριζαν να μου δείξουν το μονοπάτι προς το σπίτι του.
Εκεί στα τελειώματα της κουβέντας μας, ο Πετρολούκας θυμήθηκε με αγάπη τον παλιό του συνεργάτη, Δημήτρη Βάγια και με χαιρέτησε, ζητώντας μου να τα ξαναπούμε σύντομα… Δεν προλάβαμε.
Αυτό ωστόσο, που πρόλαβε ο ίδιος να κάνει, είναι να μου πει πως αφήνει στο “πόδι” του έναν μαθητή. Τον αγαπημένο του εγγονό, που έχει το όνομά του. Πέτρος Χαλκιάς.