Ο Γρηγόρης Καψάλης γεννήθηκε το 1929 στον Ελαφότοπο Ζαγορίου, όπου διαμένει ακόμη και σήμερα, ενεργός μουσικός. Ο παππούς, ο πατέρας και ο θείος του ήταν όλοι παραδοσιακοί μουσικοί του κλαρίνου, όπως και ο ξάδερφός του, Σταύρος. Με παρότρυνση του θείου του, Κώστα ξεκίνησε μαθήματα κλαρίνου στο Ξηρόμερο με τον Βασίλη Σαλέα, τον πρεσβύτερο. Αργότερα, επιστρέφοντας στα μέρη του, έμελλε να διαδεχτεί τον Φίλιππο Ρούντα στα «Τακούτσια», την πιο ξακουστή ζυγιά του Ζαγορίου. Παρέμεινε μέλος του συγκροτήματος μέχρι τη διάλυση του περί τα τέλη της δεκαετίας του ‘80. Ο Γρηγόρης Καψάλης θεωρείται ο τελευταίος εκπρόσωπος της παλιάς γενιάς στη μουσική παράδοση, των ζαγορίσιων και γιαννιώτικων τραγουδιών. Στην πλακόστρωτη πλατεία του χωριού του, στον Ελαφότοπο μας διηγήθηκε ο ίδιος τη σπουδαία μουσική του διαδρομή, εστιάζοντας στα χρόνια που διαμόρφωσαν τη μουσική του παιδεία…
Ξεκίνησα το κλαρίνο στα 13 μου χρόνια. Την εποχή της κατοχής. Είχε έρθει ο θείος μου, Κώστας Καψάλης από τον «Καρβασαρά», την Αμφιλοχία, γιατί εμείς εδώ στα χωριά ζούσαμε λίγο καλύτερα. Ο θείος μου, έπαιζε κλαρίνο. Καθόμουν, τον έβλεπα και μάθαινα. Κούναγα τα δάχτυλά μου, όπως αυτός και χαιρόμουν. Μια και δυο, λέει του πατέρα μου «έχω ένα παλιό κλαρίνο. Να το διορθώσω και να κάνουμε μαθήματα στο παιδί». Έτσι ξεκίνησα να κάνω μερικές κλίμακες. Δυο χρόνια αργότερα άρχισα μόνος μου να παίζω πιο πολύ, τα τοπικά, τα δικά μας. Εξασκήθηκα στα γλέντια που γινόντουσαν τότε στα σπίτια. Πήγαινα μαζί με έναν άλλο που έπαιζε ντέφι, τον Βαγγέλη Ματσούλα, ένα χρόνο μεγαλύτερό μου. Μπαίναμε μέσα στις κρεβάτες, αυτά τα μεγάλα χωλ των παλιών σπιτιών και παίζαμε.
Ο θείος έφυγε ύστερα για το Αγρίνιο. Όταν αποχώρησαν οι Γερμανοί και απελευθερώθηκε η χώρα, Σεπτέμβριο – Οκτώβριο του ‘44 αποφάσισα να πάω κι εγώ. Πήγα, πως πήγα; Φύγαμε το μεσημέρι απ’ τα Γιάννενα και πήγαμε 12 η ώρα το βράδυ στ’ Αγρίνιο. Ούτε φώτα δεν είχε τότε η πόλη. Με γεννήτριες λειτουργούσαν ορισμένα σπίτια. Από εκεί άρχισα σιγά – σιγά. Εκεί ξεκίνησα δουλειά με το θείο μου. Έπαιζε τότε σε ένα μαγαζί με το Γιώργο Βασιλόπουλο, τον πατέρα του Γιάννη Βασιλόπουλου. Μου είπε «θα έρχεσαι εκεί στο μαγαζί και μη δίνεις τόσο πολύ σημασία σε εμένα. Να παρακολουθείς τον Βασιλόπουλο»
Μετά από ένα χρόνο, πήγαμε στην Αμφιλοχία, όπου ο θείος είχε σπίτι. Εκεί ανταμώσαμε με τον μακαρίτη τον Βασίλη Σαλέα. Ήταν τότε κανά χρόνο, δυο μεγαλύτερος από εμένα. Φύλαγε ζώα εκείνο τον καιρό. Αλλά φύσαγε και καλά. Έδειχνε από τότε που θα πάει. Τον παρακάλεσε ο θείος μου να μου δείξει κλαρίνο. Ο Σαλέας είχε και λίγο υποχρέωση στο θείο μου, που ήταν και γνωστός στο Ξηρόμερο. Έτσι, δέχτηκε. Πράγματι, έκατσα 15 μέρες μαζί του και κάναμε πολλά μαθήματα. Άρχισα να μαθαίνω τους δρόμους. Μετά σηκώθηκε κι έφυγε, αλλά είπε στο θείο μου «θα σου στείλω το Γιώργο Σιούτα». Πολύ καλός μουσικός κι αυτός από το Αγρίνιο. Μου έδειξε και αυτός για καμιά δεκαριά μέρες.
Ο πατέρας μου με υπεραγαπούσε γιατί έπαιζα κλαρίνο. Έτσι, όταν ήταν η μεγάλη πείνα και πιάναμε το κουρκούτι, είχαμε μία καραβάνα και μου έβαζε λίγο παραπάνω εμένα. Οι άλλοι γκρινιάζανε. «Αυτός είναι λίγο μεγαλύτερος, παίζει λίγο κλαρίνο», δικαιολογούνταν ο πατέρας μου, αλλά είχα πάθει τότες και ένα μελιταίο. Με πόναγαν τα γόνατά μου, ένα χρόνο παιδευόμουν. Στα 15-16 χρόνια μου. Είχαμε δουλειές εδώ στο χωριό. Πηγαίναμε στον κάμπο και θερίζαμε στάρια και ό,τι άλλο.
Όταν απολύθηκα από τον στρατό, πήγαινα για δουλειά και στο Αγρίνιο, αλλά κυρίως ήμουν στο Ζαγόρι στο χωριό μου. Μαζί με τον πατέρα μου που τραγουδούσε καλά και έπαιζε ντέφι. Είχε πολύ δουλειά και ο παππούς μου, που ήταν ένα από τα καλύτερα κλαρίνα της περιοχής, στην εποχή του. Μάλιστα, έδωσε πολλά κομμάτια στον πατέρα μου. Κάναμε ένα συγκρότημα, αλλά εμένα μου φαινόταν ανάποδα τα πράγματα. Φεύγοντας από ένα κύκλωμα με ταξίμια και δρόμους, η αλλαγή του να μπεις στο Ζαγόρι ήταν δύσκολη. Όμως, χάρη στον πατέρα μου ξεκίνησα και έπαιξα για 6-7 χρόνια στο συγκρότημα αυτό. Άρχισε να μπαίνω στο κλίμα του Ζαγοριού. Μου άρεσε. Κατατοπίστηκα κυρίως αργότερα, μετά το ’60 όταν μπήκα στα Τακούτσια.
Με τα Τακούτσια, δούλεψα κοντά 25 χρόνια, μέχρι που σταμάτησαν. Τα Τακούτσια είναι κατά κυριολεξία τα παιδιά του Τάκη. Τρία αδέρφια κι ένας ξάδερφος. Καψάληδες όλοι. Μακρινή η συγγένειά μας, αλλά συμπεριλήφθηκα κι εγώ. Από εκεί κατατοπίστηκα ως προς τη συμπεριφορά στην εκτέλεση. Αλλιώς ‘θέλαν εδώ στα μέρη μας, αλλιώς τα είχα φέρει εγώ από το Αγρίνιο. Μου έλεγαν οι παλιοί τότε «όταν είμαστε πάνω στο πατάρι, είμαστε επί σκηνής. Μπροστά τα μάτια, όλα τα βλέμματα είναι στραμμένα σε εμάς». Δεν μας επέτρεπαν χειρονομίες. Είχαμε ένα μαντήλι καθαρό, και το κλαρίνο πάνω στο πανταλόνι και το παίξιμό μας εδώ, ψηλά. Όταν ήρθα στο χωριό, όχι ότι δεν έπαιζα καλά, αλλά είχα άλλη η νοοτροπία. «Δεν παίζεις κλαρίνο», μου έλεγαν οι ντόπιοι!
Όταν πήγα όμως με τα Τακούτσια, τι μου είπαν; Γι’ αυτό τους αναγνωρίζω ότι ήταν δάσκαλοι, στα θέματα συμπεριφοράς. Όπως παίζαμε, μια φορά σε ένα γάμο, χόρευαν τα νιόγαμπρα στο μεσοχώρι. Μου λέει ο Κώστας με το βιολί «Τι παίξιμο είναι αυτό που κάνεις;». Τις σόλες απ’ τα παπούτσια γλεντάς; Σήκωσε μωρέ το κλαρίνο απάνω και παίξτο εδώ, πάνω». Εμένα μου έρχονταν ντροπή. Που να σηκώσω το κλαρίνο. «Κι άμα έρθει κανένας κοντά, βάλτου και το κλαρίνο στα αυτί», συνέχισε αυτός. Εγώ, δεν ήξερα αυτές τις νοοτροπίες, μου φαίνονταν περίεργο. Έμαθα όμως. Αυτό ήταν. Εκεί δείχτηκε δουλειά. Τόση παιδεία είχαν οι άνθρωποι.
Πηγή
Το κείμενο είναι απόσπασμα από συνέντευξη που έδωσε ο Γρηγόρης Καψάλης στον Σωτήρη Μπέκα, για το περιοδικό “Όασις”.
Οι φωτογραφίες προέρχονται από το προσωπικό αρχείο του Γρηγόρη Καψάλη.







